υποδέχομαι

υποδέχομαι
ὑποδέχομαι, ΝΜΑ και ιων. τ. ὑποδέκομαι και ὑποδέχνυμαι, Α
1. δέχομαι, συγκεντρώνω κάτι που πέφτει ή που ρέει από πάνω (α. «η δεξαμενή υποδέχεται τα λύματα τού εργοστασίου» β. «ἀγγεῑον τὸ μέλλον ὑποδέξεσθαι τὸ ὕδωρ», Ήρων)
2. δέχομαι με ευχαρίστηση, καλωσορίζω κάποιον (α. «μέ υποδέχθηκε με ευγένεια» β. «χαῑρε δ' Ὀδυσσεὺς ὅττι μιν ὣς ὑπέδεκτο», Ομ. Οδ.)
3. (σχετικά με ταφή) ανοίγω για να δεχθώ, για να σκεπάσω (α. «η πατρική του γη θα τόν υποδεχθεί» β. «αἰθὴρ μὲν ψυχὰς ὑπεδέξατο, σώματα δὲ χθών», επιγρ.)
νεοελλ.
προϋπαντώ, καλωσορίζω τιμητικά («οι αρχές τόν υποδέχθηκαν στην είσοδο τής πόλης»)
μσν.
1. παίρνω προίκα ή προγαμιαία δωρεά
2. (ως απρόσ.) ὑποδέχεται
είναι παραδεκτό, είναι αποδεκτό
μσν.-αρχ.
1. (για γυναίκα) συλλαμβάνω, πιάνω παιδί
2. (σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία) δέχομαι, παίρνω με τον πρέποντα σεβασμό και στην καθορισμένη στάση («ὡς μέλλων βασιλέα ὑποδέχεσθαι, μετὰ πολλοῡ φόβου τὸ σῶμα τοῡ Χριστοῡ ὑποδέχου», Ιωάνν. Χρυσ.)
(αρχ)
1. προσφέρω άσυλο σε δούλο ή σε φυγάδα
2. δέχομαι κάποιον σε γεύμα, φιλοξενώ («τὸ πλῆθος λαμπρῶς ὑπεδέξατο», Διόδ.)
3. παραδέχομαι, αποδέχομαι
4. δέχομαι, σηκώνω φορτίο («ἡ γυνὴ ὑποδεξαμένη φέρει τὸ φορτίο τοῡτο», Ξεν.)
5. υπομένω, υποφέρω με καρτερία («βίας ὑποδέγμενος ἀνδρῶν», Ομ. Οδ.)
6. αναλαμβάνω δέσμευση, υπόσχομαι («ὥσπερ ὑπεδέξασθε, βοηθήσατε», Θουκ.)
7. (για τροφούς, αξιωματούχους, εμπόρους) αναλαμβάνω την ευθύνη για κάτι
8. δέχομαι με τη σειρά μου, μετά από άλλον («τὴν εἰς τὸ στόμα φορὰν τῶν περιττωμάτων δέχεται στόμαχος», Γαλ.)
9. περιμένω την επίθεση κάποιου, είμαι έτοιμος να τόν αντικρούσω («ὁ μὲν... ἐπόρουσεν, ὁ δ' ἐμμαπέως ὑπέδεκτο», Ησίοδ.)
10. ενεδρεύω, περιμένω να πέσει στην ενέδρα μου κάποιος
11. αρχίζω να τραγουδώ στο σημείο που σταμάτησε ο προηγούμενος («ὑποδέξασθαι δ' ὀπαδοὶ μέλος, αἶνος δὲ πόλιν τόνδε Πελασγῶν ἐχέτω», Αισχύλ.)
12. διαδέχομαι, βρίσκομαι δίπλα από κάτι άλλο («τὸ πρὸς τὴν ἠῶ... θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα», Ηρόδ.)
13. (το αρσ. τής μτχ. ενεστ.) ὁ ὑποδεχόμενος·ο οικοδεσπότης, αυτός που προσφέρει το γεύμα
14. (το αρσ. τής μτχ. αορ.) ὁ ὑποδεξάμενος
ο κλεπταποδόχος
15. φρ. α) «ὑποδέχομαι φρουράν» — δέχομαι φιλικά στρατιωτική μονάδα εχθρικής πόλης (Δημοσθ.)
β) «ὑποδέχομαι λῃστάς [ή πειρατάς]» — προσφέρω κρησφύγετο, καταφύγιο σε ληστές επιγρ.
γ) «πόλις ὑποδέχεταί τινα»
(για πόλη) δέχομαι κάποιον ως φίλο, χωρίς να προβάλω αντίσταση (Ξεν.)
δ) «ὑποδέχομαι λόγους [ή εὐχάς]» — εισακούω
στ) «ὑποδέχομαι μέτρον» — δέχομαι, αναγνωρίζω ένα μέτρο ως γνήσιο πάπ.
ζ) «ὑποδέχομαι μεγάλα τινί» — δίνω μεγάλες υποσχέσεις σε κάποιον (Ηρόδ.)
η) «οὐκ ὑποδέχομαι» — αρνούμαι να παραδεχθώ (Ηρόδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • υποδέχομαι — υποδέχομαι, υποδέχτηκα και υποδέχθηκα βλ. πίν. 32 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ὑποδέχομαι — receive into one s house pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποδέχομαι — υποδέχτηκα 1. μτβ., δέχομαι κάτι που πέφτει ή πνέει από πάνω: Η στέρνα υποδέχεται το νερό από το λούκι. 2. δέχομαι φιλόφρονα κάποιον, τον προϋπαντώ όταν έρχεται, τον δεξιώνομαι: Τον υποδέχτηκε στο κεφαλόσκαλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑποδεδεγμένα — ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp neut nom/voc/acc pl ὑποδεδεγμένᾱ , ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp fem nom/voc/acc dual ὑποδεδεγμένᾱ , ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδέδεχθε — ὑποδέχομαι receive into one s house perf imperat mp 2nd pl ὑποδέχομαι receive into one s house perf ind mp 2nd pl ὑποδέχομαι receive into one s house plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδέχεσθε — ὑποδέχομαι receive into one s house pres imperat mp 2nd pl ὑποδέχομαι receive into one s house pres ind mp 2nd pl ὑποδέχομαι receive into one s house imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδεδεγμένον — ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp masc acc sg ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδεδεγμένων — ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp fem gen pl ὑποδέχομαι receive into one s house perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδεκόμενον — ὑποδέχομαι receive into one s house pres part mp masc acc sg (ionic aeolic) ὑποδέχομαι receive into one s house pres part mp neut nom/voc/acc sg (ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδεξαμένων — ὑποδέχομαι receive into one s house aor part mid fem gen pl ὑποδέχομαι receive into one s house aor part mid masc/neut gen pl ὑποδείκνυμι show aor part mid fem gen pl (ionic) ὑποδείκνυμι show aor part mid masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”